Thursday, July 03, 2008

The Desperate Kingdom Of Love


Είναι από αυτές τις φορές που θέλω να πιω όλο το bar, αλλά τι ατυχία, στον πλανήτη Badminton τα ποτά και είναι πανάκριβα και δεν μπορείς να τα πάρεις μαζί σου μέσα στην αίθουσα. Ποντάρω σε φτηνή σαμπάνια: το αλκοόλ θα τρέξει γρήγορα στο άδειο μου στομάχι και κάνει μόλις 1 ευρώ παραπάνω από τη μπύρα. Η παρέα μου με κοιτάει με ένα μειδίαμα που θα μπορούσε να με τσαντίσει, αλλά απόψε τίποτα δεν πρόκειται να μου χαλάσει το κέφι, είμαι άφραγκη και έχω μια πρόσκληση στην πρώτη σειρά! Λέω κάτι επεξηγηματικό για να απολογηθώ (silly) και αναρωτιέμαι αν μπορούν να με καταλάβουν άνθρωποι που δεν πίνουν σχεδόν ποτέ… Όταν φτάνω στην Α7 δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι η σειρά μου είναι ήδη γεμάτη από παρέες και ζευγάρια, ενώ η θέση μου δεσπόζει εκεί στο κέντρο, μονή και μόνη, ελάχιστα μέτρα μακριά από το μικρόφωνό της. Δεν ξέρω αν πρέπει να χαμογελάσω ή να βάλω τα κλάματα. Το κινητό δεν πιάνει και ο μόνος τρόπος να καλύψω την αμήχανη μοναξιά μου μέχρι να σβήσουν τα φώτα, είναι να ασχοληθώ με τη φωτογραφική μου μηχανή. Το μαύρο πιάνο, ανοιχτό, με όλα του τα μαγικά ξυλάκια, εκτεθειμένα, να δίνουν μια γήινη θαλπωρή στο σκοτάδι της σκηνής, μου θυμίζει το δικό μου «χαμένο» πιάνο, μόνο που αυτό έχει πάνω του ηλεκτρικά φωτάκια. Στο μικρόφωνο ζωάκια και πουλάκια μινιατούρες την περιμένουν να μοιραστεί τα μυστικά της. Το φόρεμά της έχει κάτι από βικτωριανή εποχή, ίδιο με τις πρόσφατες φωτογραφίες της, μόνο που σ’ αυτό το αγνό, αισιόδοξο λευκό, δυο λωρίδες μαύρο ύφασμα έρχονται να κάνουν τη διαφορά. Το πρόσωπό της γλυκό και κοριτσίστικο, η ομορφιά της σπάνια και φυσική, σε κόντρα (όπως και το λευκό φόρεμα) με τη γνωστή φωνή, τα πεντάλ και τις τεράστιες ηλεκτρικές κιθάρες. Η εύθραυστη ευαισθησία της καπέλωσε (επιτέλους) την αυθεντική ροκ μαγκιά της. Η ενέργειά της με ξεμυαλίζει, «δες με, είμαι εδώ και είμαι καλά, έχω περάσει πολλά αλλά τα κατάφερα». Ισχύουν άραγε όλα αυτά, ή απλώς βλέπω αυτό που έχω ανάγκη να δω? Φωτίζει σαν κερί στο σκοτάδι και έχω τόσο ανάγκη από αυτό φως. Οι στίχοι παίρνουν άλλη διάσταση. Little fish, big fish, swimming in the water. Come back here, man, gimme my daughter. Αγγίζει όλες τις χορδές μεμιάς, έχω καιρό να νιώσω έτσι σε συναυλία. Όλα μέσα μου είναι κοιμισμένα και οκνηρά και ξαφνικά έρχεται και τα ξυπνάει. Τα μάτια μου τρέχουν σαν βρύσες, αναρωτιέμαι αν είναι αδιάβροχα και αν η μάσκαρα θα με προδώσει όταν ανάψουν τα φώτα. Nobody's listening. Oh God I miss you.
Με κοιτάζει και μου χαμογελάει. Θέλω να γίνω αυτό που βλέπω ότι είναι, “bien dans sa peau”. Καθώς κινείται ανάμεσα στα παιχνίδια της (πιάνο, keyboard, κιθάρες), τα μάτια μου στεγνώνουν και νιώθω τη δύναμή της και την θηλυκή ωριμότητά της να με αγκαλιάζουν. Θα τα παρατήσω όλα και θα κάνω μόνο αυτά που μου αρέσουν, δεν θα ξαναφήσω κανέναν να με στεναχωρήσει. Νιώθω λίγο σαν ναυαγός, η κούραση των κυμάτων πάνω στο σώμα μου, αλλά νομίζω έχω φτάσει στη στεριά. Αυτή η αίσθηση κρατάει μέχρι το encore. Γιατί στο τέλος θα έρθει με μια ακουστική κιθάρα να με σπρώξει ξανά σε σκοτεινό βυθό… Oh love, you were a sickly child. And how the wind knocked you down. Put on your spurs, swagger around. In the desperate kingdom of love.

0 Comments:

Post a Comment

Subscribe to Post Comments [Atom]

<< Home